μωρόπιστος

μωρόπιστος
η , ο 1. легковерный;
2. (ο ) ротозей

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "μωρόπιστος" в других словарях:

  • μωρόπιστος — η, ο ευκολόπιστος, αφελής: Είναι μωρόπιστος και πιστεύει τα πάντα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μωρόπιστος — η, ο εύπιστος από έλλειψη πείρας ή από ακρισία, αφελής, άκριτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο) * (< μωρός) + πιστός (πρβλ. αξιό πιστος, καλό πιστος). Η λ. μαρτυρείται από το 1860 στον Α. Ρ. Ραγκαβή] …   Dictionary of Greek

  • αλαφρόπιστος — η, ο ευκολόπιστος, μωρόπιστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλαφρο * + πίστη] …   Dictionary of Greek

  • ευκολογέλαστος — η, ο αυτός τον οποίο μπορεί κάποιος να εξαπατήσει, να ξεγελάσει εύκολα, ο ευαπάτητος, ο μωρόπιστος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευκολο * + γελώ «ξεγελώ»] …   Dictionary of Greek

  • μωρ(ο)- — (ΑΜ μωρ[ο] ) α συνθετικό λέξεων που ανάγεται στο επίθ. μωρός, ά, όν καί προσδίδει στο δηλούμενο από το β συνθετικό τη σημ. «ανόητος, κουτός, άμυαλος» (πρβλ. μωρόσοφος, μωροπόνηρος, μωροφιλόδοξος). Παράλληλα προς αυτό το σύστημα τών λόγιων… …   Dictionary of Greek

  • μωροπίστευτος — η, ο ο μωρόπιστος*. ( [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρ(ο) * (< μωρός) + πιστεύω] …   Dictionary of Greek

  • μωροπιστία — η το γνώρισμα, η ιδιότητα τού μωρόπιστου. [ΕΤΥΜΟΛ. < μωρόπιστος. Η λ. μαρτυρείται από το 1831 στον Ιωάννη Κοκκώνη] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»